Usage examples
On this page you will find many examples of translated sentences containing "with a decrease" from English to Greek.
Search Engine of translations. Examples are entered by users and also collected from external websites..
10 examples sentences
- Η δεύτερη μελέτη κατέδειξε ότι τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης μειώθηκαν περαιτέρω όταν το Tredaptive χορηγήθηκε σε συνδυασμό με σιµβαστατίνη μείωση 48 , σε σύγκριση με το Tredaptive ως μονοθεραπεία μείωση 17 ή τη σιµβαστατίνη ως μονοθεραπεία μείωση 37 .
- Η δεύτερη μελέτη κατέδειξε ότι τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης μειώθηκαν περαιτέρω όταν το Pelzont χορηγήθηκε σε συνδυασμό με σιµβαστατίνη μείωση 48 , σε σύγκριση με το Pelzont ως μονοθεραπεία μείωση 17 ή τη σιµβαστατίνη ως μονοθεραπεία μείωση 37 .
- Η δεύτερη μελέτη κατέδειξε ότι τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης μειώθηκαν περαιτέρω όταν το Trevaclyn χορηγήθηκε σε συνδυασμό με σιµβαστατίνη μείωση 48 , σε σύγκριση με μόνο Trevaclyn μείωση 17 ή μόνο σιµβαστατίνη μείωση 37 .
- Το Replagal συσχετίστηκε επίσης με βελτίωση της συσταλτικότητας του μυοκαρδίου, με μείωση της μέσης διάρκειας QRS και συνοδό μείωση του διαφραγματικού πάχους στην ηχωκαρδιογραφία.
- Τα εξουδετερωτικά αντισώματα σχετίζονται με μείωση in vivo των βιολογικών δράσεων του AVONEX και μπορεί δυνητικά να σχετιστούν με μείωση της κλινικής αποτελεσματικότητας.
- Η μείωση αυτή στην κάθαρση του από του στόματος χορηγούμενου pregabalin είναι σύμφωνη με τη μείωση της κάθαρσης της κρεατινίνης που σχετίζεται με την αύξηση της ηλικίας.
- Ασθενείς με μείωση της ηπατικής λειτουργίας Μελέτες σε ασθενείς με μείωση της ηπατικής λειτουργίας δεν έχουν πραγματοποιηθεί.
- Ασθενείς με μείωση της νεφρικής λειτουργίας Στους ασθενείς με μείωση της νεφρικής λειτουργίας δεν απαιτείται ρύθμιση δόσης.
- Αιματολογικός έλεγχος Η θεραπεία με ροσιγλιταζόνη συνδέεται με δοσοεξαρτώμενη μείωση των επιπέδων της αιμοσφαιρίνης.
- Ινδιναβίρη Μια φαρμακοκινητική μελέτη με ινδιναβίρη έδειξε 28 μείωση της AUC και 36 μείωση της C max για την ινδιναβίρη.
Dictionary Entries like with a decrease in Greek
Synonyms with a decrease in Greek
μείωση μειωθεί μειώσει μειώνονται υπερπληθυσμός σχέση μ κάποιον πρόβλημα γυναίκα